Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Γι-ουφ-κά …

                                                       
… Ουφ! Κι όμως, ούτε ένα “ουφ” δεν ακούστηκε από τα χείλη του καλού μου.
Κι ας τριγυρνούσαμε στα σοκάκια και τους δρόμους της Αδριανούπολης για τρεις ολόκληρες ώρες, κάτω από τον ήλιο. Κι ας ήταν φορτωμένος σαν υποζύγιο, για να το θέσω κομψά, κουβαλώντας  βάζα με πετιμέζι (από κείνο το ωραίο μπακαλικάκι) και βάζα με ταχίνι ολικής (από το διπλανό παραδοσιακό μαγαζάκι) και μπόλικη κόκκινη φακή (από το παραδίπλα μαγαζάκι) και κουτιά με σιροπιαστά από όλα τα μπακλαβατζίδικα που βρήκαμε μπροστά μας και … και … και …
Ούτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε βαρυγκώμησε, ούτε δυσανασχέτησε. Ακόμη κι όταν απομακρυνθήκαμε από τα κεντρικά τετράγωνα με κίνδυνο να χαθούμε. Ακόμα κι όταν - στρίβοντας σε κάθε δρομάκι που έβρισκα μπροστά μου, παριστάνοντας τον “έχω μύτη εγώ, Αννέτα”  που ακολουθούσε τη μύτη και το ένστικτό του, έφτασα σε μια παλιά συνοικία χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα για το πώς θα ξαναγυρίσουμε στο κέντρο.
Εκεί όμως βρήκα το μικρό εργαστήριο που έφτιαχνε γιουφκά – το παραδοσιακό τούρκικο φύλλο για πίτες και μπουρέκια, αλλά και τα ζυμαρικά που μοιάζουν με τις δικές μας χυλοπίτες.
Θαρρετά μπήκα κι άρχισα να περιεργάζομαι το μαγαζάκι μια σταλιά, δύο επί τρία. Υπήρχε ένας λοφίσκος από φρεσκοανοιγμένα στρογγυλά φύλλα, υπερδιπλάσια από τα συνηθισμένα –ό,τι πρέπει για πίτα σε λεπτό σινί και ψήσιμο στη γάστρα- κι ένα σωρό ζυμαρικά, μικρά και μεγαλύτερα.

ΜΑΓΑΖΙ ΜΕ ΓΙΟΥΦΚΑ  ΜΑΝΤΙ 3
Ο ιδιοκτήτης περίμενε να του πω τι θα πάρω. Και περίμενε και περίμενε και περίμενε ... Και τώρα, πώς συνεννοούνται; Με το κομμάτι τα πουλάνε ή με το κιλό; Και πώς να τα ζητήσω; Με νοήματα, γράφοντας σε χαρτάκια ποσότητες και ποσά –και βήχοντας σαν τρελή από το αλεύρι που βρισκόταν παντού και το εισπνέαμε με κάθε ανάσα- έφυγα κρατώντας θριαμβευτικά μπόλικα φύλλα και δυο σακούλες με μαντί.
Θα φτιάξω με το γιουφκά την αγαπημένη μου ηπειρώτικη κοτόπιτα. Και μάλιστα στο μεγάλο ταψί του φούρνου, να την ευχαριστηθεί κι ο ακριβός μου και να ανταμειφθεί για την υπομονή και την καρτερικότητά του. Εξάλλου θα τις ξαναχρειαστώ στην επόμενη επιδρομή μου.
Και με τα φύλλα που θα περισσέψουν, θα φτιάξω μια τυρόπιτα με τον τούρκικο τρόπο …

Τυρόπιτα με φύλλο γιουφκά 

ΞΕΦΟΥΡΝΙΣΜΑ 

Υλικά: 
3 μεγάλα φύλλα γιουφκά
250 γρ. φέτα και 250 γρ. ανθότυρο ή 500 γρ. φέτα
1 αγελαδινό γιαούρτι

(χρησιμοποιώντας για μεζούρα το κεσεδάκι του γιαουρτιού):
1 κεσεδάκι γάλα
1/2 κεσεδάκι λάδι
1 αυγό (ή και 2)
άνηθος ή δυόσμος (προαιρετικά)

Ανακατεύουμε το γάλα με το λάδι, το γιαούρτι και το αυγό. Λαδώνουμε το ταψί και ραντίζουμε τον πάτο με λίγο από το μίγμα του γάλακτος. Απλώνουμε φύλλο και το ραντίζουμε κι αυτό με το μίγμα του γάλακτος. Τρίβουμε από πάνω το τυρί, πασπαλίζουμε με άνηθο και πιπέρι και συνεχίζουμε σε στρώσεις, μέχρι να τελειώσει το φύλλο και το τυρί.
(Επειδή το φύλλο αυτό είναι πολύ μεγάλο, το κόβουμε σε κομμάτια και το χρησιμοποιούμε για τις στρώσεις. Μπορούμε ωραιότατα να κάνουμε την πίτα και με παραδοσιακό φύλλο για πίτα).

ΣΤΡΩΣΗ  ΣΤΡΩΣΗ ΚΟΝΤΙΝΟ
Τελειώνουμε τις στρώσεις με φύλλο, το λαδώνουμε, χαράζουμε την πίτα και την περιχύνουμε με το υπόλοιπο μίγμα του γάλακτος. Αφήνουμε την πίτα να τραβήξει τα υγρά, για να φουσκώσει και να αφρατέψει στο ψήσιμο.

ΓΙΑ ΨΗΣΙΜΟ ΓΙΑ ΨΗΣΙΜΟ 2 

Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 180 βαθμούς Κελσίου, για 50΄περίπου, φροντίζοντας να ροδίσει ομοιόμορφα από πάνω και από κάτω.

ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ  ΕΤΟΙΜΗ ΚΟΝΤΙΝΟ
ΚΟΜΜΑΤΙΑ

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Κι άλλο, κι άλλο …

Όχι γκολ, κέικ. Καταλαβαίνω ότι είναι εύκολο για πρωινό –πού να ζεσταίνεις ψωμί και να αλείφεις μαρμελάδες μες τ’ άγριο χάραμα, βολικό για κολατσιό, νόστιμο και, κυρίως, σπιτικό αλλά πού να βρίσκω συνέχεια καινούριες συνταγές που να σας αρέσουν; Άσε που, λίγο-πολύ, στην ίδια λογική κινούνται τα περισσότερα. Όσο κι αν τα εναλλάσσουμε, κάποια στιγμή το ρεπερτόριο επαναλαμβάνεται με ποτ-πουρί παλιών επιτυχιών: το κλασικό μαρμπρέ, ένα κέικ μπανάνας ή κανέλας, ολικής ή με βρώμη, λαδιού με σταφίδες, μάφιν σοκολατένια ή με φρούτα και σταφίδες και φτου κι απ’ την αρχή.
Γι’ αυτό ενθουσιάστηκα όταν βρήκα ένα καινούριο κοσκινάκι, ένα …

Ζουμερό κέικ με σοκολάτα και αχλάδι
ΠΙΑΤΟ ΚΟΝΤΙΝΟ
 
Υλικά:
200 γρ. κουβερτούρα σε μικρά κομμάτια
150 γρ. μαργαρίνη σε θερμοκρασία δωματίου
150 γρ. ζάχαρη άχνη
150 γρ. φαρίνα ή αλεύρι με μπέικιν πάουντερ
3 αυγά
2 αχλάδια σε κυβάκια
60 γρ. φυστίκια Αιγίνης
ξύσμα πορτοκαλιού
μια πρέζα αλάτι

Κόβουμε την κουβερτούρα σε κομμάτια με μεγάλο μαχαίρι – κάτι που είναι πιο εύκολο απ’ όσο ακούγεται. Ανακατεύουμε με τον αυγοδάρτη τη μαργαρίνη με τη ζάχαρη και προσθέτουμε τ’ αυγά. Δουλεύουμε για λίγο το μίγμα και ρίχνουμε το αλεύρι, τη σοκολάτα, τα αχλάδια, τα φυστίκια και το ξύσμα, ανακατεύοντας απαλά με σπάτουλα.

ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΖΥΜΗ  

Αδειάζουμε το μίγμα σε βουτυρωμένο και αλευρωμένο ταψάκι με διάμετρο 20 εκ. Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 180 βαθμούς Κελσίου, για 45΄-50΄. Ξεφορμάρουμε και πασπαλίζουμε με λίγη άχνη.

ΓΙΑ ΨΗΣΙΜΟ ΚΟΝΤΙΝΟ ΨΗΜΕΝΟ ΚΟΝΤΙΝΟ  ΚΟΜΜΑΤΙ

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Όλα δικά μου …

… μάτια μου. Έτσι κι αλλιώς, εσύ δεν τα τρως –για το παιδί δεν το συζητάω καν! Ας κάνω μια φορά και κάτι μόνο για μένα. Ένα φαγητό που να αρέσει αποκλειστικά και μόνο σ’ εμένα: σαλιγκάρια.
Δεν θυμάμαι πώς και πότε πρωτοδοκίμασα σαλιγκάρια –μάλλον από περιέργεια, γιατί στο φαΐ είμαι κομματάκι δύσκολη. Και, παραδόξως πώς, μου άρεσαν. Η μόνη εκδοχή που είχα, όμως, ήταν η γνωστή κατεψυγμένη με το υπερβολικό βούτυρο που εξαφάνιζε τη γεύση τους. Δεν τόλμησα ποτέ να μαζέψω, δεν μπόρεσα καν να βρω κάποιον γνώστη να ρωτήσω. Κι έτσι, όταν είδα στη Μοδιάνο ένα και μοναδικό πάγκο με σαλιγκάρια, χίμηξα ασυγκράτητη.
Ήξερα, θεωρητικά και μόνο από διαβάσματα, για την αρκετά μπελαλίδικη προετοιμασία που απαιτούν για να “καθαρίσουν”: τάισμα με αλεύρι, σιμιγδάλι, ψωμί ή ζυμαρικά για 2-3 μέρες, μέσα σε καλάθι σκεπασμένο και στρωμένο με μυρωδικά. Ευτυχώς δε χρειάστηκε τίποτε απ’ όλα αυτά, γιατί ο πωλητής με διαβεβαίωσε πως ήταν νηστικά, πως μόλις είχαν ξυπνήσει. Από την Κρήτη τα έφερνε, είπε, κι εγώ αποφάσισα να τα μαγειρέψω με ξινόχοντρο – τιμής ένεκεν!

Χοχλιοί με ξινόχοντρο
ΜΕ ΞΙΝΟΧΟΝΤΡΟ ΚΟΝΤΙΝΟ 
Υλικά:
σαλιγκάρια
ξινόχοντρος
ντομάτα περασμένη στον τρίφτη
1 ξερό κρεμμύδι χοντροκομμένο
2 φρέσκα κρεμμυδάκια σε ροδέλες
άσπρο κρασί
αλάτι, πιπέρι
μαϊντανός (προαιρετικά)

Σε λίγο λάδι γυαλίζουμε το κρεμμύδι και προσθέτουμε τα φρέσκα κρεμμυδάκια. Μόλις μαραθούν, ρίχνουμε και τα σαλιγκάρια και ανακατεύουμε 3΄- 4΄σε δυνατή φωτιά. Σβήνουμε με το κρασί και, μόλις εξατμιστεί, χαμηλώνουμε τη φωτιά και ρίχνουμε τη ντομάτα και λίγο ζεστό νερό. Αλατοπιπερώνουμε και σιγοβράζουμε, με σκεπασμένο το σκεύος, μέχρι να μισοδέσει η σάλτσα (20΄-25΄).
Ρίχνουμε τον ξινόχοντρο και μαγειρεύουμε μέχρι να μαλακώσει προσθέτοντας, αν χρειάζεται, λίγο ζεστό νερό ακόμη.
Αποσύρουμε από τη φωτιά, σκεπάζουμε με πετσέτα και αφήνουμε το φαγητό να ηρεμήσει. Αν θέλουμε, προσθέτουμε τριμμένο μαϊντανό.

 ΣΩΤΕΖΑΜΕ ΞΙΝΟΧΟΝΤΡΟΠΙΑΤΟ

 

Ακόμη κι αν δε χρειάζονται τάισμα για να καθαρίσουν, είναι απαραίτητη μια προεργασία πριν μαγειρέψουμε τα σαλιγκάρια: τα βάζουμε σε μια λεκάνη με κρύο νερό, τη σκεπάζουμε και αφήνουμε για μισή ώρα να βγουν από το καβούκι τους. Τα βράζουμε για 15΄, ξαφρίζοντας τακτικά. Μπορούμε να ρίξουμε στο νερό που θα βράσουν και λίγο ξύδι. Τα στραγγίζουμε, βάζουμε καθαρό νερό και τα βράζουμε για 15΄ακόμη. Τα στραγγίζουμε ξανά, τα ξεπλένουμε και είναι έτοιμα για μαγείρεμα. Αν θέλουμε, μπορούμε να τα καταψύξουμε.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Στην καλύβα τη δική μου …

Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι λάτρεις της λεγόμενης “canadian pizza” θα έχουν περάσει τουλάχιστον μία φορά, από τη διάσημη “καλύβα”, για να απολαύσουν την πλούσια –έως βαριά- πίτσα, με την αφράτη ζύμη και την αμαρτωλή γέμιση στην κρούστα, που την έκανε διάσημη.
Εμείς στην πόλη μας δεν έχουμε “καλύβα”. Αλλά και να είχαμε, δεν θα πήγαινα. Πρώτον, γιατί θεωρώ εξωφρενικές τις τιμές για ένα προϊόν όπως η πίτσα, ακόμη κι αν είναι αναμφισβήτητα λαχταριστή, όπως η δική τους. Και, δεύτερον, γιατί στην καλύβα τη δική μου νοικοκυρά είμ’ εγώ. Κι άμα θελήσω πίτσα, ανασκουμπώνομαι και τη φτιάχνω.

Σπιτική πίτσα με αφράτη ζύμη

ΨΗΜΕΝΗ ΚΟΝΤΙΝΟ
 

Υλικά:
Για τη ζύμη:
350 γρ. σκληρό αλεύρι (για ψωμί)
20 γρ. νωπή μαγιά
180 ml χλιαρό νερό
1 κουταλιά λάδι
1 κ. γλ. αλάτι
1/2 κ. γλ. ζάχαρη

Διαλύουμε τη μαγιά στο χλιαρό νερό, μαζί με τη ζάχαρη. Κοσκινίζουμε το αλεύρι, ανοίγουμε μια λακούβα στο κέντρο και ρίχνουμε το μίγμα της μαγιάς. Στο χέρι ή στο μίξερ αρχίζουμε να ζυμώνουμε. Προσθέτουμε το αλάτι και το λάδι και συνεχίζουμε το ζύμωμα, μέχρι να έχουμε μια απαλή ζύμη που δεν κολλάει στα χέρια.

 ΖΥΜΩΜΑ ΖΥΜΗ

Σκεπάζουμε τη ζύμη και την αφήνουμε για 1 ώρα, σε ζεστό μέρος, μέχρι να διπλασιαστεί σε όγκο. Τη ζυμώνουμε ξανά και την ανοίγουμε σε στρογγυλό ή τετράγωνο σχήμα.
Λαδώνουμε το ταψί που θα χρησιμοποιήσουμε και απλώνουμε τη ζύμη, φροντίζοντας να καλύψει όχι μόνο τον πάτο αλλά και τα πλάγια του ταψιού. Την αφήνουμε 30΄να ξαναφουσκώσει, χωρίς να τη σκεπάσουμε.
Αν θέλουμε να γεμίσουμε την κρούστα, βάζουμε μπαστουνάκια από τσένταρ, κομμάτια μοτσαρέλας ή μικρές κουταλιές τυρί κρέμα περιμετρικά, στη βάση του ταψιού και καλύπτουμε, τυλίγοντας τη ζύμη που αφήσαμε να εξέχει από τις άκρες.

ΖΥΜΗ ΣΤΟ ΤΑΨΙ ΤΥΡΙ ΣΤΗΝ ΚΡΟΥΣΤΑ ΚΟΝΤΙΝΟ ΔΙΠΛΩΜΑ ΤΗΣ ΚΡΟΥΣΤΑΣ

Απλώνουμε σάλτσα ντομάτας ή κέτσαπ στην επιφάνεια της πίτσας, νοστιμίζουμε με ρίγανη κι αλάτι και καλύπτουμε με τυριά, αλλαντικά ή λαχανικά της αρεσκείας μας.
Ψήνουμε την πίτσα σε προθερμασμένο φούρνο, στους 190 βαθμούς Κελσίου και στη χαμηλότερη σχάρα, για 20΄-25΄.

ΓΙΑ ΨΗΣΙΜΟ ΨΗΜΕΝΗ ΠΙΑΤΟ 2

 

Η πίτσα της φωτογραφίας έγινε με σάλτσα ντομάτας αναμεμιγμένη με κέτσαπ, γκούντα σε φέτες, καπνιστή μπριζόλα και γαλοπούλα, τριμμένο τσένταρ και γραβιέρα, μια μπάλα φρέσκια μοτσαρέλα και ολοκληρώθηκε με ρίγανη και λίγο λάδι.

ΚΟΜΜΕΝΗ ΚΟΜΜΑΤΙ ΠΛΑΪ

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Νόστιμον ήμαρ …

Πώς και πώς το περίμενα αυτό το ήμαρ. Το είχα φανταστεί, οργανώσει και ζήσει στο μυαλό μου δεκάδες φορές πριν το πραγματοποιήσω. Το είχα φανταστεί κάπως σαν το γύρο της Γαλατίας. Σε τακτά χρονικά διάστημα να κάνω σύντομα ταξίδια ανά την Ελλάδα και να γεμίζω το σάκο μου -αδειάζοντας παράλληλα εντελώς τη μικρή μου τσέπη- με τα καλούδια κάθε περιοχής.
giros galatias
Τη Βόρεια Ελλάδα την έχω επανειλημμένως επισκεφθεί και τα τεκμήρια βρίσκονται στον καταψύκτη και τα ντουλάπια μου: μπουγάτσες από τις Σέρρες, την Κομοτηνή και την Ξάνθη, καβουρμάδες από την Ορεστιάδα και την Κερκίνη, λουκάνικα και πέταλα από την Ξάνθη, παστουρμάς και καπνιστό σαλάμι από το Γαλέντζο στη Δράμα, κόκκινη φακή, σουτζούκ λουκούμ και καφές από την Κομοτηνή, φασόλια από τις Πρέσπες, τσιγαρίδες και φακές από την Καστοριά, κορκότο και σιρόν από τους συνεταιρισμούς των Ποντίων γυναικών, γλυκά κουταλιού, τερλίκια και μαντήλες από τις Πομάκες της Ξάνθης …
Την Αθήνα δεν την είχα εντάξει μέχρι τώρα στα σχέδιά μου. Ώσπου αποφάσισα να κάνω μια πρώτη, διερευνητική αποστολή. Με υπομονή και ακρίβεια τρομοκρατικής οργάνωσης εντόπισα τους πιθανούς στόχους. Βρήκα σχετικά δημοσιεύματα, μπήκα σε δεκάδες ιστοσελίδες καταστημάτων και forum, ξέθαψα άπειρα χαρτάκια με σημειώσεις που είχα κατά καιρούς κρατήσει. Τύπωσα χάρτες, ενημερώθηκα για τα ωράρια και ξεκίνησα. Είχα ήδη κάνει τις διαδρομές τόσες φορές νοερά, που νόμιζα ότι είχα ξαναβρεθεί - στον Κρίνο για μπουγάτσα, στην Πνύκα για ζυμωτό ψωμί και πολύσπορα κουλούρια, στο Μιράν για παστουρμάδες και σουτζούκια, στο Μπαχάρ και το Ελιξίριον για βότανα και μπαχαρικά, στον Κτιστάκη για λουκουμάδες, στο Salamat για ασιατικά προϊόντα, στον Ανδριά για προφιτερόλ, στο Μασίς για λιβανέζικα γλυκά, φαλάφελ και αραβικό ψωμί, στη Στάνη για ρυζόγαλο, αυθεντικό γιαούρτι και γαλακτομπούρεκο, στο Άριστον για τυρόπιτα κουρού, στην Κλεοπάτρα για αιγυπτιακά όσπρια, χαρουπόμελο και τουρσιά, στο Wars I Sawa για ρώσικες νοστιμιές και ακριβώς απέναντι για ελιές απ’ όλη την Ελλάδα …
ΜΠΟΥΓΑΤΣΕΣ ΚΟΝΤΙΝΟ ΠΝΥΚΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ
ΜΙΡΑΝ       ΣΑΛΑΜΑΤΑΝΔΡΙΑΣ ΚΟΥΤΙΜΑΣΙΣ ΣΑΚΟΥΛΑ
Η ΣΤΑΝΗ ΕΙΣΟΔΟΣΑΡΙΣΤΟΝ
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΣΑΚΟΥΛΑ                                                                              
                                                                         συνεχίζεται …  

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Φοντάν …

Ήταν το γλυκό που χαρακτήρισε μια ολόκληρη εποχή – ή, μάλλον, την αναβάθμιση, επί το ευρωπαϊκότερον, του μέσου μικροαστικού ελληνικού σπιτιού. Στα ολόιδια σαλονάκια τους, με το απαραίτητο σκρίνιο να δεσπόζει καλυμμένο με τα πετσετάκια της προίκας και γεμάτο από δεκάδες – κακόγουστα ως επί το πλείστον- μπιμπελό, δεν ταίριαζαν πια οι δίσκοι με τα γλυκά του κουταλιού. Θυμίζαν χωριό, επαρχία, ήταν τραγικά μπανάλ. Το κέρασμα της μόδας, εκείνο που κάθε νοικοκυρά όφειλε να έχει και που έσπευδε να φέρει, πριν καλά-καλά καθίσει ο επισκέπτης, ήταν το φοντάν. Και μόνο που το πρόφερες, ένιωθες αμέσως πιο κοσμοπολίτης, έλεγες την πρώτη και, ίσως, τη μόνη ξένη λέξη που ήξερες. “Έλα, κουμπάρε, πάρε ένα φοντάν” – καλά μας ειρωνευόταν ο Χάρυ Κλυν.
Υπήρχε και ειδικό σκεύος, συνήθως κρυστάλλινο, η φοντανιέρα. Σαν κι αυτή που βρήκαμε σε μια αποθήκη και νιώσαμε σαν αρχαιολόγοι σε ανασκαφή. Η κόρη μας δε, που δεν είχε ξανακούσει καν τη λέξη, μέχρι να τη μάθει μας θύμισε τον Ηλία του 16ου με την τσιμινιέρα, τη μπαγιαντέρα, τη ζαρτιέρα, τη μπιζουτιέρα.
Έτη φωτός μακριά μας φαίνονται τώρα όλα αυτά. Πόσα χρόνια πέρασαν σε τόσο λίγο χρόνο.

Φοντάν με καρότο

ΠΙΑΤΟ ΚΟΝΤΙΝΟ 
Υλικά:
500 γρ. καρότα
250 γρ. ζάχαρη
100 γρ. ινδοκάρυδο
ξύσμα πορτοκαλιού ή λεμονιού
1 βανίλια

Καθαρίζουμε τα καρότα και τα ζεματάμε για 5΄σε νερό που βράζει. Τα βγάζουμε, τα αφήνουμε να κρυώσουν και τα τρίβουμε στο χοντρό τρίφτη. Τα ανακατεύουμε με τη ζάχαρη, τα αδειάζουμε σε κατσαρόλα ή σωτέζα και τα βράζουμε μέχρι να μαλακώσουν. Αποσύρουμε από τη φωτιά και προσθέτουμε το ινδοκάρυδο, το ξύσμα και τη βανίλια. Μόλις κρυώσουν, πλάθουμε στρογγυλά μπαλάκια. Τα κυλάμε σε ινδοκάρυδο ή τα αφήνουμε σκέτα και τα βάζουμε σε χαρτάκια. Διατηρούνται στο ψυγείο.

 ΜΙΓΜΑΣΤΑ ΧΑΡΤΑΚΙΑ ΠΙΑΤΟ

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Ομορφαίνει, δεν παχαίνει …

Αχ, ομορφάντρα μου! Τι αδυναμία είναι αυτή που έχεις στα λουκάνικα. Και μάλιστα, στα λεγόμενα βρώμικα – όσο πιο λιπαρό, όσο πιο τσικνιστό, τόσο πιο λιμπιστό. Και δεν τα τρως και σκέτα, τη μάνα σου και τον πατέρα σου βάζεις μέσα. Κι ενώ εσύ τα απολαμβάνεις – όνειρο ζω, μη με ξυπνάτε- εγώ βλέπω εφιάλτες με δυσθεώρητα ύψη χοληστερίνης και φραγμένες αρτηρίες. Τι θά ’λεγες να παζαρέψουμε και να συμβιβαστούμε; Να σου φτιάξω εγώ λουκάνικα, εκείνα που φέρνουμε απ’ την Ξάνθη. Θα τα μαγειρέψω με μανιτάρια που ξέρω πως τα λατρεύεις και θα τα φτιάξω μερακλίδικα, πικάντικα και λίγο καυτερά. Περίμενε και θα δεις. Το έλεγε – αλληγορικά βέβαια, αλλά ταιριάζει στην περίπτωση- κι ο Πωλ Νιούμαν – αυτός κι αν ήταν ομορφάντρας!: “Γιατί να φάω χάμπουργκερ έξω, όταν στο σπίτι με περιμένει η καλύτερη μπριζόλα;”

Λουκάνικα με μανιτάρια
ΠΙΑΤΟ
Υλικά:
3-4 μέτρια λουκάνικα (κατά προτίμηση ποικίλα -πικάντικα, γεμιστά)
1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο
2 σκελίδες σκόρδο
1 μικρή ντομάτα σε κυβάκια
300 γρ. μανιτάρια σε χοντρές φέτες 
λίγο κόκκινο κρασί, λίγο μπαλσάμικο ξύδι
τριμμένη φέτα
αλάτι, πιπέρι, πάπρικα, μπούκοβο, θυμάρι

Σε λίγο λάδι σωτάρουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο. Προσθέτουμε τα λουκάνικα και τηγανίζουμε, σε μέτρια προς δυνατή φωτιά, μέχρι να ροδίσουν. Σβήνουμε με λίγο κρασί και ρίχνουμε τα μανιτάρια και τη ντομάτα. Μαγειρεύουμε μέχρι να μαλακώσουν, φροντίζοντας ωστόσο να κρατάνε λίγο. Περιχύνουμε με λίγο μπαλσάμικο, νοστιμίζουμε με αλάτι, πιπέρι, πάπρικα και/ή μπούκοβο και θυμάρι. Σβήνουμε τη φωτιά, προσθέτουμε τη φέτα, ανακατεύουμε και σερβίρουμε.

ΤΗΓΑΝΙ   ΠΙΑΤΟ ΚΟΝΤΙΝΟ

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Από Δευτέρα πάλι…

Ναι, σήμερα είναι Δευτέρα. Είναι όμως Η Δευτέρα; Αυτή η περιβόητη Δευτέρα που σηματοδοτεί την έναρξη της δίαιτας ή, έστω, της εγκράτειας για κάθε πικραμένο μεν, καλοταϊσμένο δε;
Κρίση-ξεκρίση, οι περισσότεροι τις κάναμε τις παρασπονδίες μας στις γιορτές: πότε για το καλό του χρόνου, πότε στην υγειά του εορτάζοντος, πότε για να μην πάνε χαμένα όσα περίσσεψαν –τόσο κόπο κάναμε να τα φτιάξουμε, αμαρτία σε τέτοιες εποχές να πετάμε φαγητό– πότε τ’ άλλο πότε τό ’να, που έλεγε κι ο Βουτσάς στην “κουδούνα”, έγινε η κοιλιά μας σαν κοτρώνα!
Δεν έχω παράπονο, απ’ όλα είχαμε στις γιορτές: και ξενική γαλοπούλα και ελληνικό χοιρινό πρασοσέλινο, και ηπειρώτικη κοτόπιτα και κουραμπιέδες και μελομακάρονα και κορμούς και τουλουμπάκια –άσε τα κεράσματα και τις βασιλόπιτες.
Ήρθε, λοιπόν, η ώρα της μετανοίας; Η ώρα να πληρώσουμε το λογαριασμό – τη λυπημένη θλίψη που έλεγε κι ο Προύσαλης στην τσιριμπίμ τσιριμπόμ;
Όχι, ακόμη, βρε παιδιά. Ένα σιροπιαστό δεν έκανα με τούτα και μ’ εκείνα. Γίνεται να περάσουν οι γιορτές χωρίς ένα σιροπιαστό; Ούτε ένα κανταΐφι, ένα τούρκικο κιουνεφέ, ένα γιαννιώτικο, έναν μπακλαβά με φυστίκι Αιγίνης ή έστω έναν λαδομπακλαβά,  ένα γαλακτομπούρεκο βρε αδερφέ, να γλυκαθεί λίγο το δοντάκι μας. Τόσες πίκρες μας περιμένουν, άσε να φτιάξω ένα σαραγλί που τό ’χω πεθυμήσει.
Εξάλλου, κάθε βδομάδα έχει κι από μια Δευτέρα. “Ξαναθύμισέ μου το αύριο”, που έλεγε κι ο Παπαγιαννόπουλος στον ταλαίπωρο τον Ξενίδη.

Σαραγλάκια

ΠΙΑΤΟ 2 
Υλικά:
500 γρ. φύλλο κρούστας ή Βυρηττού
φυστίκι Αιγίνης τριμμένο ή
καρύδι ανακατεμένο με λίγη ζάχαρη και κανελογαρύφαλλο
λυωμένο βούτυρο ή μαργαρίνη

Για το σιρόπι 
3 κούπες ζάχαρη 
2 κούπες νερό
χυμός από μισό λεμόνι

Για το τύλιγμα
μια χοντρή βελόνα πλεξίματος

Απλώνουμε ένα φύλλο κρούστας και το βουτυρώνουμε ελαφρά. Το διπλώνουμε στη μέση και το βουτυρώνουμε ξανά. Εναλλακτικά, ανοίγουμε ένα φύλλο, το βουτυρώνουμε και το καλύπτουμε με ένα ακόμη φύλλο. Σκορπάμε φυστίκι ή καρύδι σε όλη την επιφάνεια του φύλλου. Αρχίζουμε να τυλίγουμε σε ρολό βάζοντας στη μία στενή άκρη του φύλλου τη βελόνα του πλεξίματος. Τυλίγουμε μαζί με τη βελόνα, πιέζουμε τις δύο άκρες του ρολού και τραβάμε απότομα τη βελόνα.
ΤΥΛΙΓΜΑΤΥΛΙΓΜΑ 2ΣΤΗ ΒΕΛΟΝΑ

Σουρώνουμε ώστε το ρολό να μείνει περίπου το μισό, το τοποθετούμε στο ταψί και το βουτυρώνουμε. Κάνουμε το ίδιο με τα υπόλοιπα υλικά.

ΣΟΥΡΩΜΑ ΣΟΥΡΩΜΑ 2

Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 180 βαθμούς Κελσίου, μέχρι τα σαραγλί να ροδοκοκκινίσουν.

ΣΤΟ ΤΑΨΙ ΣΤΟ ΤΑΨΙ 2ΨΗΜΕΝΑ ΚΟΝΤΙΝΟ

Σιροπιάζουμε τα σαραγλί μόλις τα βγάλουμε από το φούρνο και τα αφήνουμε τουλάχιστον 1 ώρα να τραβήξουν το σιρόπι και να κρυώσουν. Ύστερα τα κόβουμε σε μικρά κομμάτια και πασπαλίζουμε με τριμμένο φυστίκι.

 ΣΙΡΟΠΙΑΣΜΑ 2ΣΙΡΟΠΙΑΣΜΑΠΙΑΤΟ